|
Η ιστορία των ανασκαφών στη Σαντορίνη είναι μία ιστορία 150 ετών και παρά τα χάσματα στις ανασκαφικές δραστηριότητες, η πορεία τους στον χρόνο διαπλέκεται με ιδεολογικά ρεύματα, επιστημονικές πεποιθήσεις, ρομαντικά κινήματα, μύθους που στοίχειωσαν την παγκόσμια φαντασία και ισχυρές προσωπικότητες που συνέδεσαν το όνομά της η καθεμία με ένα διαφορετικό πρόσωπο της Σαντορίνης.
Η ιστορία των ανασκαφών στη Σαντορίνη είναι μία ιστορία 150 ετών και παρά τα χάσματα στις ανασκαφικές δραστηριότητες, η πορεία τους στον χρόνο διαπλέκεται με ιδεολογικά ρεύματα, επιστημονικές πεποιθήσεις, ρομαντικά κινήματα, μύθους που στοίχειωσαν την παγκόσμια φαντασία και ισχυρές προσωπικότητες που συνέδεσαν το όνομά της η καθεμία με ένα διαφορετικό πρόσωπο της Σαντορίνης. Οι πολλές ερμηνείες που επιδέχθηκε η ιστορία και το τοπίο της Σαντορίνης ακολουθεί μια καμπύλη σαν μακριά οροσειρά: ηφαιστιογενείς κορφές, πλούσια χώματα, μυστηριώδες υπέδαφος, άγνωστος βυθός. Η εφημερίδα «Καθημερινή» δημοσίευσε την Κυριακή ένα εκτενέστατο άρθρο για τη Σαντορίνη και για το πώς αυτή συνδέεται με την προϊστορία μας: Η αρχαιολόγος Ίρις Τζαχίλη στάθηκε απέναντι στη Σαντορίνη με τη ματιά του ανθρώπου στις αρχές του 21ου αιώνα. Ήταν το εφόδιό της, η επιστημονική ματιά του τώρα προς το πολυεπίπεδο παρελθόν, οπτική το δίχως άλλο προσδιορισμένη από τις ερμηνευτικές δυνατότητες που μας δίνει η εποχή μας για να κοιτάξουμε και να κατανοήσουμε το τότε. Η Ίρις Τζαχίλη, αποδεχόμενη πρόταση του καθηγητή προϊστορικής Αρχαιολογίας Χρίστου Ντούμα, που από το 1975 ηγείται των ανασκαφών στο νησί, ανασύνθεσε όχι μόνο την ιστορία των ανασκαφών στη Σαντορίνη αλλά και τις ιδέες πίσω από αυτές, εξυφαίνοντας μια συναρπαστική αφήγηση. Το αποτέλεσμα είναι το βιβλίο «Οι αρχές της Αιγαιακής Προϊστορίας. Οι ανασκαφές στη Θήρα και τη Θηρασιά τον 19ο αιώνα», μια έκδοση της «Καθημερινής» με προοίμιο του καθηγητή Χρίστου Ντούμα. Θα πίστευε κανείς ότι ένα βιβλίο για τη γένεση, στην ουσία, της προϊστορικής Αρχαιολογίας στην Ελλάδα περιορίζεται σε αυτό που υποδηλώνει το θέμα του. Όμως η Ίρις Τζαχίλη έχει το χάρισμα να παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι και να τον οδηγεί σε θέατρα γεωπολιτικού ανταγωνισμού και ιδεολογικών ανακατατάξεων. Έτσι λοιπόν, ένα βιβλίο αρχαιολογικού χαρακτήρα ανοίγεται σε μια βεντάλια θεμάτων που έχουν να κάνουν όχι μόνο με την ίδια την εξέλιξη των ανασκαφών στη Σαντορίνη, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο είμαστε σήμερα σε θέση να τις εντάξουμε στο οικοδόμημα της ευρωπαϊκής ιστορίας της ιδεών.
Γεωλογία Όλα ξεκίνησαν από μια έκρηξη ηφαιστείου, είτε σε χρόνο μυθικό είτε σε πραγματικό. Η Σαντορίνη μπήκε στον χάρτη της νεότερης εποχής με τη μεγάλη έκρηξη του 1866. Ας σταθούμε για λίγο εδώ, καθώς ακόμη βρισκόμαστε στην αρχή, και ας δούμε τι γινόταν τότε. Στην Ελλάδα ελάχιστα ήταν γνωστά για την προϊστορία. Η Αρχαιολογία βρισκόταν υπό το κράτος του γερμανικού ρομαντισμού, του κλασικού πνεύματος του Βίνκελμαν και τον απόηχο του 18ου αιώνα. Η Κνωσός δεν είχε ακόμη ανασκαφεί (Ο Μίνως Καλοκαιρινός θα πήγαινε εκεί το 1877). Ούτε και η Τροία είχε έρθει στο προσκήνιο. Και ο Σλήμαν επίσης ανήκε στη δεκαετία του 1870. Στο διεθνές σκηνικό, το Αιγαίο βρισκόταν σε γεωγραφική εγγύτητα με τη μεγάλη τομή που επιχειρούσαν οι μεγάλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή: τη διώρυγα του Σουέζ. Οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν το πλούσιο έδαφος της Σαντορίνης για τα τοιχώματα του έργου που θα άνοιγε τον δρόμο στον Ινδικό Ωκεανό σε μια εποχή που η επιστήμη της Γεωλογίας ήταν σε μεγάλη ανάπτυξη. Αυτό το ευρύ πλαίσιο στοιχειοθετεί μια πρώτη ανάγνωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο η Σαντορίνη υποδέχθηκε στη δεκαετία του 1860 τους πρώτους Γάλλους που έμελλε να αρχίσουν τις συστηματικές ανασκαφές. Ο ηφαιστειολόγος Φερδινάνδος Φουκέ (1828 - 1904) και η ομάδα του φέρνουν στο νησί τον ιδεολογικό τους εξοπλισμό. Είναι παιδιά, όλοι, του ορθολογισμού, απόγονοι του γαλλικού Διαφωτισμού, ισχυροί αμφισβητίες των διδαγμάτων της Βίβλου, συνεπώς θιασώτες, ενθουσιώδεις και δογματικοί, της εξελικτικής θεωρίας.
Γεωλόγοι ανασκαφείς Ο Φουκέ ανήκε στη γενιά εκείνη των Γάλλων που συνέδεαν την Αρχαιολογία με τη Γεωλογία και όχι με την Ιστορία της Τέχνης, όπως οι Γερμανοί κλασικιστές. Και στον ώριμο 19ο αιώνα, η Αρχαιολογία ήταν δεμένη όχι μόνο με τη Γεωλογία αλλά και με την Παλαιοντολογία, ακόμη και με τη Βιολογία. Η πίστη στις θετικές επιστήμες πήγαζε από την ακλόνητη υποταγή στην ιδέα της προόδου, στα μεγάλα έργα και στη διάλυση του ιστορικού χρόνου πέρα από τα όρια που έθετε η θρησκεία. Γύρω από την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης το 1866 είχε γεννηθεί μια αύρα δέους και μυστηρίου, που συνδύαζε τον θετικισμό και τον αγνωστικισμό ως προς την καταγωγή του ανθρώπου. Τα πρώτα ευρήματα της προϊστορικής Σαντορίνης, καθώς άνοιγαν τον δρόμο για να φθάσει κανείς στις πρώτες ανθρώπινες κοινότητες του Αιγαίου, κλόνιζαν παράλληλα όχι μόνο παραδεκτές αξίες αλλά και τη μονοκαθεδρία της κλασικής Αρχαιολογίας.
Από τον 19ο στον 21ο αιώνα Η απόσταση του χρόνου μάς επιτρέπει μια σχετικά καθαρή εικόνα, λέει στο βιβλίο της η Ίρις Τζαχίλη. Και σήμερα, έχοντας γίνει μάρτυρες της μεγάλης συνεισφοράς του Σπύρου Μαρινάτου και αργότερα του Χρίστου Ντούμα, στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, μπορούμε να δούμε ότι οι πρώτοι εκείνοι Γάλλοι, παιδιά των Διαφωτιστών, ήταν απλώς περαστικοί.... Ωστόσο, καθώς οι έρευνες στη Σαντορίνη συνεχίζονται και καθώς το αρχαιολογικό παρελθόν του νησιού διαρκώς παράγει, η επαφή με την εποχή που η αιγαιακή αρχαιολογία ήταν στα σπάργανα μας βοηθάει να δούμε με άλλα μάτια ακόμη και την ίδια την εποχή μας. Αυτή η παλινδρόμηση στον ιστορικό χώρο γίνεται στην ουσία μια διαδρομή στη χοάνη των ιδεολογιών που καθόρισαν την επιστήμη της αρχαιολογίας. Η παρακμή των ανασκαφών στη Σαντορίνη στις αρχές του 20ού αιώνα και το ζωντάνεμά τους μεταπολεμικά έχει και αυτή την ιδεολογική της ερμηνεία. Καθώς άλλα σημαντικά και αξιοποιήσιμα ιδεολογικά ευρήματα έρχονταν στο φως, στις Μυκήνες ή στην Κνωσό, οι ανασκαφές στη Σαντορίνη περιέπεσαν σε δεύτερη μοίρα. Οι κύκλοι της ρομαντικής αρχαιολατρίας, που οχύρωσαν τη γερμανική παρουσία, συνέπλεαν με την εξέλιξη της ίδιας της αρχαιολογικής επιστήμης, που και αυτή αποκτούσε ισχύ μέσα στη διαδικασία σφυρηλάτησης των εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη. Το Αιγαίο άνοιγε δρόμους στην ιδέα της Ανατολής, που πριν από την έκρηξη του ηφαιστείου είχε παγιώσει θεαματικά ο Ναπολέων με την εκστρατεία του στην Αίγυπτο...
Η συγκρότηση εθνικής ταυτότητας Μπορεί τους πρώτους Γάλλους γεωλόγους να «ξέβρασε» στη Σαντορίνη το επιστημονικό ενδιαφέρον, αλλά από πίσω υπήρχε και η ωστική δύναμη της αυτοκρατορικής πολιτικής στη Μεσόγειο. Κρίσιμα πράγματα συνέβαιναν τότε. Στον Βορρά και στην καρδιά της Ευρώπης, τα έθνη ανακάλυπταν μέσω της αρχαιολογίας το μακρινό παρελθόν τους, αναθεωρώντας την ιδέα της καταγωγής τους. Σκανδιναβικά και κεντροευρωπαϊκά έθνη έμπαιναν στον χάρτη με έντεχνα δομημένη αυτοπεποίθηση, όπως και στον Νότο, στην Ελλάδα, η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο έχτιζε την ιδεολογική τριλογία πάνω στην οποία θα στηριζόταν η μηχανή επιβίωσης της νέας Ελλάδας. Το μοντέλο του Παπαρρηγόπουλου δεν προέβλεπε στη δεκαετία του 1860 το προϊστορικό Αιγαίο (περιελήφθη αργότερα σε προσθήκες). Η Σαντορίνη ήταν η πύλη, μέσα από την οποία σημειώθηκε το ρήγμα μιας περιοριστικής, με τα σημερινά μάτια, αντίληψης της ιστορίας αλλά και της καταγωγής του ανθρώπου. Το «ξαναδιάβασμα» αυτής της πορείας αυτογνωσίας ανοίγει σήμερα μια ολόκληρη συζήτηση για το αν αυτό που εμείς θεωρούμε σήμερα αποδεκτό είναι προϊόν της τρέχουσας πολιτισμικής μας υπόστασης.
|