|
Το βιβλίο της Κατερίνας Σεραϊδάρη: «Μεγάλη η Χάρη της. Λατρευτικές πρακτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις στις Κυκλάδες» (εκδ. Ερίννη, σελ. 271).αναφέρεται στο πολυσυζητημένο θέμα της λατρείας της Παναγίας της Τήνου, ...
...για το οποίο σχετικά πρόσφατα δημοσιεύθηκε και σε ελληνική μετάφραση το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της Jill Dubisch, του 1995, που περιλαμβάνει μια άρτια ανθρωπολογική ανάλυση του προσκυνήματος και των παραμέτρων του.
Εδώ έχουμε ένα «δοκίμιο εργασίας», κατά την έκφραση της συγγραφέως, που ασχολείται με ορισμένες καίριες πτυχές του σπουδαίου αυτού ζητήματος. Μετά τον κατατοπιστικό πρόλογο της κ. Ζωής Ρωπαΐτου-Τσαπαρέλη, ερευνήτριας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, της Ακαδημίας Αθηνών και τη σύντομη εισαγωγή, το κυρίως σώμα του βιβλίου διαιρείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο (σελ. 17-131) εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο ορισμένοι λόγιοι του 19ου και του 20ού αιώνα μιλούσαν για την «πολιτιστική κληρονομιά των αρχαίων, την πολιτική, τον τουρισμό και την τέχνη», με κεντρικό άξονα το θρησκευτικό προσκύνημα της Τήνου. Είναι άλλωστε γνωστό ότι από το 1823, που βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Μεγαλόχαρης, το νησί της Τήνου αποτέλεσε τον πιο γνωστό θρησκευτικό προορισμό στην Ελλάδα. Ζητήματα όπως η σχέση της θρησκείας με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και τον τουρισμό, το «ιδεολόγημα της καλλιτεχνικής έκφρασης», οι κοινωνικές συνισταμένες και η επίδρασή τους στην προσβασιμότητα των διαφόρων προσκυνητών, αλλά και η διακίνηση των περί θρησκείας ιδεών στην Αθήνα και στην Τήνο, εξετάζονται με πρωτότυπο και κάποτε ευρηματικό τρόπο. Στο δεύτερο μέρος (σελ. 133-247) εξετάζονται τα σχετικά θρησκευτικά κείμενα και οι λατρευτικές πρακτικές, με βάση την προβληματική της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Η συγγραφέας διευκρινίζει ότι η οπτική της γωνία δεν είναι ούτε θεολογική, ούτε λαογραφική, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο της ενδιαφέρει άμεσα την επιστήμη της λαογραφίας και εμπλουτίζει, με τον τρόπο του, τη λαογραφική βιβλιογραφία μας. Τονίζει μάλιστα ότι προσπάθησε να μελετήσει την εικόνα της Ευαγγελίστριας της Τήνου ως «παράθυρο προς την κοινωνική πραγματικότητα». Ετσι, αναφέρεται στο χρονικό της εύρεσης της εικόνας, στο έργο του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας, στην προσπάθεια αυτονόμησης του προσκυνήματος από τη διοικούσα Εκκλησία, αλλά και σε ιδιωτικά ξωκλήσια αφιερωμένα στην Παναγία και στην ανάλογη και συγκρίσιμη περίπτωση της Παναγίας της Αργοκοιλιώτισσας στη Νάξο. Διευρύνοντας μάλιστα τον ερευνητικό της ορίζοντα, ασχολείται με το μοτίβο του «τάματος των προγόνων», αλλά και με την αρχετυπική, στην ελληνική παράδοση, περίπτωση της Αγια-Σοφιάς της Κωνσταντινούπολης. Ο τόμος κλείνει με ένα επιλογικό κείμενο (σελ. 249-255), με εκτενή ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία (σελ. 257-267) και με ένα σύντομο αλλά χρηστικό ευρετήριο, που διευκολύνει την ερευνητική χρήση του τόμου. Εξετάζεται έτσι τι σήμαινε η Ευαγγελίστρια της Τήνου για τους προσκυνητές, τους λόγιους, αλλά και τους δημόσιους παράγοντες του 19ου αιώνα και ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε σταδιακά ο προσκυνηματικός τουρισμός, που αναζωπυρώνεται και αναδιοργανώνεται στις μέρες μας. Οι θρησκευτικές αξίες και οι λατρευτικές πραγματικότητες εγγράφονται στο πλαίσιο των πολιτικών εξελίξεων της νεότερης Ελλάδας, ώστε να διασαφηνίζονται τα πιθανά σκοτεινά σημεία της διαμόρφωσής τους. Ακόμη, η αντίστιξη με την Αργοκοιλιώτισσα της Νάξου είναι ενδεικτική, καθώς εκεί οι αναφορές σε θαυματουργική εύρεση ξεκίνησαν το 1835, δεν γνώρισε όμως ποτέ την αναγνώριση και την προβολή της Μεγαλόχαρης της Τήνου. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ήταν οι ιστορικές συνθήκες που συντέλεσαν ώστε τα δύο, σχεδόν παράλληλα, αυτά θρησκευτικά φαινόμενα να γνωρίσουν εντελώς διαφορετική πορεία. Σε τελική ανάλυση η μελέτη της κ. Σεραϊδάρη αποτελεί προσπάθεια μιας νέας, αναστοχαστικής θα έλεγα, προσέγγισης και ερμηνείας του ιδεολογικού υπόβαθρου και της αντίστοιχης φόρτισης των λατρευτικών πρακτικών στον τόπο μας, και μάλιστα θρησκευτικών εμπειριών και καταστάσεων με ευρύτατο λαϊκό έρεισμα, όπως η λατρευτική τιμή της Μεγαλόχαρης της Τήνου. Στο ίδιο πλαίσιο επιχειρείται να εγγραφεί η προσωπικότητα και το έργο ξεχωριστών μορφών της νεοελληνικής θρησκευτικότητας, όπως ο μακαριστός μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης, ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος και η μοναχή Πελαγία, η «οραματίστρια» της εύρεσης της θαυματουργής εικόνας της Ευαγγελίστριας. Ασχέτως του αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τα συμπεράσματα της συγγραφέως, το βιβλίο είναι γραμμένο με σεβασμό και περίσκεψη. Δεν ασχολείται με την πραγματική ή μη υπόσταση των θαυματουργικών ιστοριών, αλλά με τον τρόπο βίωσής τους από τις τοπικές κοινωνίες και τους διανοούμενους. Το βάρος της μελέτης δίνεται στην ιστορική και όχι στην ανθρωπολογική θέαση του υλικού, ενώ οι μαρτυρίες αντλούνται από ανομοιόμορφες πηγές, από αφηγήσεις και κείμενα ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών και μορφωτικών προϋποθέσεων. Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και καλογραμμένο βιβλίο, το οποίο πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο όλης της σχετικής με το ζήτημα βιβλιογραφίας, για να κατανοηθεί και να χρησιμεύσει σε μια ευρύτερη ερμηνευτική προσέγγιση του προσκυνήματος της Τήνου. Από την άλλη πλευρά, το βιβλίο μας δείχνει έμπρακτα ότι το θρησκευτικό φαινόμενο είναι πραγματικότητα σύνθετη και πολυεπίπεδη, που επιδέχεται πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις, στο πλαίσιο και της λεγόμενης «θρησκευτικής λαογραφίας», που εξετάζει τη λαϊκή θρησκευτικότητα και την παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά ενός λαού. Κατ’ εμέ κριτή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο της Σεραϊδάρη θα συζητηθεί και θα γονιμοποιήσει τη σκέψη αρκετών μελλοντικών ερευνητών των σπουδαίων αυτών ζητημάτων. * Ο Μ. Γ. Βαρβούνης είναι αναπληρωτής καθηγητής Λαογραφίας, στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
|