Mεσημέρι στο υπέροχο λοφτ του, στη σκιά της Ακρόπολης, πίνουμε έναν ακόμη καφέ. Φέρνει δύο χάρτινα κουτιά γεμάτα φωτογραφίες και τα αδειάζει πάνω στο μεγάλο μεταλλικό τραπέζι. Γεμίζει ο χώρος... καλοκαίρι.
Σε μια εικόνα ο ίδιος ποζάρει στο φακό με φίλους στη βεράντα του σπιτιού της Χώρας. Σε μια άλλη απολαμβάνει τον ήλιο στην παραλία της Λιας («Βλέπεις πόσο αδύνατος ήμουν τότε; Εκοψα το τσιγάρο, βλέπεις...»). Πιο κάτω, η Δάφνη, η σκυλίτσα του, φωτογραφίζεται στην αγκαλιά του με μαντίλι στο κεφάλι, «ντυμένη Σερφιώτισσα»! Γέλια, παρέες, γλέντια, όμορφες αναμνήσεις - όλα με κοινό παρονομαστή το Κυκλαδονήσι που αγάπησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τόπο: τη Σέριφο. Ηταν 1976 όταν μια παρέα νέων παιδιών, περιμένοντας τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων για το πανεπιστήμιο, βρέθηκε για διακοπές στον Αρτεμώνα της Σίφνου. «Κάποια στιγμή βαρεθήκαμε. «Δεν πάμε απέναντι;» πέταξε κάποιος την ιδέα. Με το που την αντίκρυσα από το καράβι, ήξερα πως θα την αγαπούσα. Είδα ένα νησί σχεδόν τετράγωνο, έναν μασίφ όγκο από πέτρα, με πολύ απότομα βουνά. Είχε κάτι πρωτόγονο, άγριο. Δεν είναι τυχαίο ότι κρύβει πολύ μέταλλο εντός της... Είπα: Εδώ θα βρω μια πατρίδα. Κι έτσι έγινε». Η Σέριφος που γνώρισε, βέβαια, τότε ο σκηνογράφος Μανόλης Παντελιδάκης ήταν πολύ διαφορετική απ' ό,τι σήμερα. Ούτε τράπεζες υπήρχαν, ούτε βενζινάδικο, ούτε πολλά καταστήματα. Στη Χώρα μόνο το καφενείο της Ευδοκίας σέρβιρε ένα - δυο μαγειρευτά για τους δημοσίους υπαλλήλους του νησιού. «Επρεπε να την παρακαλέσουμε για να μας φτιάξει δυο αυγά τηγανητά. Δεν έβλεπαν με πολύ καλό μάτι τους τουρίστες εκείνα τα χρόνια. Κάποτε είχε έρθει στο νησί η Ειρήνη Παπά. «Τι όμορφη γυναίκα που είσαι!» είπε στην Ευδοκία, όταν πήγε στο καφενείο της. Ξέρεις τι της απάντησε κοφτά, σχεδόν θυμωμένη, εκείνη. «Ε, και τι έγινε που εγώ είμαι όμορφη; Εσύ έζησες καλά τη ζωή σου...» Για να καταλάβεις την ψυχοσύνθεση των κατοίκων αυτού του νησιού. Εγώ τους αποκαλώ άγρια μωρά». Και πώς είναι οι σχέσεις σου μαζί τους; «Αψογη, εδώ και τριάντα χρόνια. Ποτέ δεν μπήκα στα προσωπικά τους, δεν τους κρίνω• γιατί οι επισκέπτες συνήθως το κάνουν αυτό. Είναι sui generis, υπερήφανοι και απομονωμένοι. Οχι από επιλογή, όμως. Ο τόπος τούς έκανε έτσι. Στα εύφορα μέρη η γη ανταποκρίνεται στον κόπο των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται να σκληρύνουν για να επιβιώσουν. Και τους ξένους τούς υποδέχονται με χαμόγελο. Αλλά οι Σερφιώτες ποτέ δεν καλλιέργησαν τη γη. Πέρασαν, άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους κάτω από αυτήν, σκάβοντας στα μεταλλεία».
Το 1980 ο Μανόλης Παντελιδάκης αγόρασε το πρώτο του σπίτι στη Χώρα, από τη Μαρινιά, μια ντόπια. «Οταν λέω σπίτι, εννοώ ένα καμαράκι κάτω από το βράχο της εκκλησίας, σχεδόν ερειπωμένο. Αλλά το έφτιαξα με πολλή αγάπη. Η Μαρινιά, από τότε που μου πούλησε το σπίτι, αρνήθηκε να μπει ξανά μέσα. Εξω καθόταν μόνο και το καμάρωνε. «Είναι δικό σου τώρα», έλεγε. Ηταν η πρώτη που μου επιφύλαξε μια τόσο θερμή υποδοχή - όσο θερμή ήταν η δική μου αγάπη για την πατρίδα της». Ταξιδεύει πολύ συχνά στο νησί. Και δεν έχει περάσει καλοκαίρι που να μην της το έχει αφιερώσει. Είναι όμορφη η καθημερινότητα εκεί, όπως την περιγράφει. «Κάθε φορά, παίρνω μαζί μου μόνο δυο - τρία μπλουζάκια κι ένα μπλουτζίν. Οχι ότι δεν έχω άλλα, απλώς δεν χρειάζομαι περισσότερα. (Γελάει) Σηκώνομαι πολύ πρωί, γιατί κοιμάμαι με ανοιχτά παραθυρόφυλλα και με ξυπνάει το φως. Και η μέρα, πίστεψέ με, περνάει πολύ γρήγορα. Ιδιαίτερα όταν φιλοξενώ φίλους και πρέπει να τους ξεναγήσω». Μπήκε, άραγε, ποτέ στον πειρασμό να καλλιεργήσει ένα μικρό κομμάτι γης, να φτιάξει ένα μποστάνι; «Φυσικά. Εχω παραγάγει την πιο ακριβή ντομάτα που πρέπει να έχει φυτρώσει ποτέ στη χώρα! Εφτιαξα ένα μποστάνι πλήρως εξοπλισμένο, μου στοίχισε κάμποσο, αλλά λυπήθηκα να το βάλω στον ήλιο. Δεν ήθελα -ο άσχετος- να αφήσω τα ζαρζαβατικά στο λιοπύρι. Το αποτέλεσμα; Μία μόνο, μικρή, πράσινη ντομάτα. Δεν το κατέχω, είναι προφανές...» Αν εξαιρέσουμε, πάντως, την κηπουρική, ο Μανόλης Παντελιδάκης έχει διδαχθεί πολλά από τη Σέριφο. «Μου έχει δώσει μια κλίμακα, μια αυστηρότητα, μ' έχει μάθει να προσπαθώ να έχω λιγότερα πράγματα. Δεν κλειδώνω ποτέ εκεί. Δεν αφορούν έναν κλασικό κλέφτη τα πράγματα που έχω εγώ. Αυτά που εγώ θεωρώ πολύτιμα οποιοσδήποτε άλλος θα τα χαρακτήριζε άχρηστα». Υπάρχουν, όμως, και κάποια πράγματα που τον ενοχλούν, που πληγώνουν την αισθητική του. «Ολα αυτά τα χρόνια, παρατηρώ όσους φτάνουν στη Σέριφο για τουρισμό κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ξένοι δεν έρχονται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις σ' έναν τόπο. Θέλουν να επιβάλουν τους δικούς τους όρους. Δεν ξέρω αν ταξιδεύουμε στ' αλήθεια πια. Απλώς, μεταφερόμαστε. Θέλουμε να έχουμε μαζί μας στην παραλία όλα όσα θεωρούμε πολιτισμό και άνεση: ψυγειάκι, στερεοφωνικό και ηχεία, καρέκλες, τραπέζι• αντί να ξαπλώσουμε πάνω στο ζεστό χαλίκι και να χαρούμε τον ήλιο και τη θάλασσα. Ετσι, θεωρώ κακό που δεν υπάρχει ακόμα οργανωμένη πλαζ στη Σέριφο με ξαπλώστρες και ομπρέλες. Γιατί όποιος τα έχει ανάγκη για να περάσει καλά θα πηγαίνει εκεί και δεν θα διασπείρει παντού τον... φλούο πολιτισμό του».
Κείμενο: Τασούλα Επτακοίλη
|