|
Η μυθολογία συνδέει την πρώτη κατοίκηση της Κύθνου με τους Δρύοπες, οι οποίοι ζούσαν στον Παρνασσό και είχαν καταφύγει στην Εύβοια μετά την εκδίωξή τους από τους Δωριείς. Έτσι ονόμασαν και το νησί Δρυοπίδα (σήμερα υπάρχει ομώνυμος οικισμός), ενώ η λέξη Κύθνος φέρεται πως προήλθε από το όνομα του βασιλιά τους Κύθνου. Αργότερα (8ος αι. π.Χ.), οι Ίωνες εκδίωξαν τους Δρύοπες και εγκαταστάθηκαν στο νησί.
Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, η ανθρώπινη παρουσία στο νησί χρονολογείται από τα Πρωτοκυκλαδικά (3η χιλιετία π.Χ.) και τα Μυκηναϊκά Χρόνια (1600-1100 π.Χ.), αλλά τα ιστορικά χρόνια θεωρούνται η περίοδος ακμής του. Το βιβλίο του Αριστοτέλη Κυθναίων Πολιτεία περιγράφει την υποδειγματική αυτόνομη διοίκηση του νησιού, υποδηλώνοντας τη σημασία και την ανάπτυξή του, αλλά και την ευημερία και τον πλούτο των κατοίκων του κατά την Αρχαιότητα. Τον 5ο αι. π.Χ. η Κύθνος συμμετείχε στους Περσικούς πολέμους και κατόπιν εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία, ενώ στους Ελληνιστικούς Χρόνους υποτάχθηκε στους Μακεδόνες, ακολουθώντας τη μοίρα όλων των γειτονικών νησιών, διατήρησε ωστόσο μέρος της παλιάς του αίγλης.
Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν το νησί ως σημαντικό εμπορικό σταθμό ως και τα Παλαιοχριστιανικά χρόνια, ενώ κατά τη Βυζαντινή περίοδο εντάχθηκε στο διοικητικό θέμα του Αιγαίου. Το 1207 καταλήφθηκε από τους Βενετούς και αποτέλεσε, μαζί με τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, μέρος του δουκάτου του Αιγαίου υπό το Μάρκο Σανούδο, ενώ στο πλαίσιο των διαμαχών των κατακτητών, το 1337 πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας Γκοζαντίνι από την Μπολόνια. Το 1537 το νησί καταλήφθηκε από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και οι Γκοζαντίνι παρέμειναν φόρου υποτελείς στον Οθωμανό σουλτάνο ως το 1566, όταν η διοίκηση του νησιού παραχωρήθηκε στον Εβραίο διπλωμάτη Ιωσήφ Νάζι. Μετά το θάνατο του τελευταίου το νησί ενσωματώθηκε διοικητικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με τους προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων Μουράτ Γ΄ το 1580 και Ιμπραήμ Α΄ το 1646, στην Κύθνο, όπως και στις άλλες Κυκλάδες, δημιουργήθηκαν συνθήκες που ευνόησαν την οικονομική και την πνευματική ανάπτυξη. Όπως και στην περίπτωση των υπόλοιπων Κυκλάδων, στη Κύθνο άνθησε ο θεσμός της κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Στη διάρκεια του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-1774) το νησί καταλήφθηκε από τη Ρωσία και επανακτήθηκε από τους Οθωμανούς μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.
Έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821 και συμπεριελήφθη μαζίμε τις άλλες Κυκλάδες στην επικράτεια του ελληνικού κράτους αμέσως μετά την ίδρυσή του. Το 19ο αιώνα αποτέλεσε πόλο έλξης πολλών επισκεπτών λόγω της φήμης των ιαματικών πηγών των Λουτρών, στις οποίες άλλωστε οφείλεται και το δεύτερο όνομα του νησιού (Θερμιά). Επιπλέον, την εποχή εκείνη σημειώθηκε και αξιόλογη ανάπτυξη της ναυτιλίας.
Το σημαντικότερο γεγονός της νεότερης ιστορίας του νησιού είναι η εξέγερση γνωστή ως «Κυθνιακά» (Φεβρουάριος 1862). Οι εξεγερμένοι, στην πλειοψηφία τους προερχόμενοι από τη Σύρο, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να απελευθερώσουν πολιτικούς κρατούμενους που ήταν εξόριστοι στο νησί της Κύθνου μετά το αποτυχημένο κίνημά τους εναντίον του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Οι επαναστάτες συγκρούστηκαν με τα βασιλικά στρατεύματα στον όρμο της Αγίας Ειρήνης και κατατροπώθηκαν. Αρχικά τάφηκαν στο νησί, αργότερα όμως, μετά την έξωση του Όθωνα, μεταφέρθηκαν στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας.
Το 1941 η Κύθνος αρχικά εντάχθηκε στην ιταλική διοίκηση, στο πλαίσιο της κατοχής των ελληνικών εδαφών από τις Δυνάμεις του Άξονα. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το 1943, το νησί πέρασε υπό γερμανική κατοχή ως την απελευθέρωσή του το 1944.
Οι σημερινές ασχολίες των Κυθνίων σχετίζονται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη ναυτιλία και, κατά τις τελευταίες δεακετίες, τον τουρισμό. Το κρασί και τα τυροκομικά προϊόντα είναι από τα πιο φημισμένα και ήταν ήδη γνωστά για την ποιότητά τους από την Αρχαιότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει σε μία σχετικά άγνωστη περίοδο της Κύθνου, η οποία αποκαλύφθηκε ύστερα από πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες. Στη θέση Μαρουλάς, στη βορειοανατολική ακτή, έχουν εντοπιστεί οικισμός και νεκροταφείο της Μεσολιθικής Περιόδου (8η χιλιετία π.Χ.). Πρόκειται για την αρχαιότερη θέση των Κυκλάδων, που προστίθεται στις λίγες που έχουν εντοπιστεί στην υπόλοιπη Ελλάδα (Σπήλαιο Φράγχθι Αργολίδας, Γιούρα Αλοννήσου) και στοιχειοθετούν τη Μεσολιθική περίοδο, η οποία μεσολαβεί ανάμεσα στην Παλαιολιθική και τη Νεολιθική και αποτελεί το μεταβατικό στάδιο από την κυνηγετική, τροφοσυλλεκτική και μετακινούμενη δραστηριότητα του ανθρώπου στην ανάπτυξη μόνιμων οικισμών με κύριες ασχολίες τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία. Η μετάβαση αυτή, κομβική στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς αλλάζει τον τρόπο ζωής των κοινωνιών, εγκαινιάζει μια μακρά περίοδο ακμής και ανάδειξης του Αιγαίου. Η θέση της Κύθνου και η γειτνίασή της με το σύγχρονο Σπήλαιο Φράγχθι και τη Μήλο, από όπου προμηθεύονταν τον πολύτιμο για την κατασκευή εργαλείων οψιανό, υπογραμμίζουν την ένταξη των Κυκλάδων σε αυτή τη μεταβατική φάση και τη συμμετοχή τους στις εξελίξεις της απώτερης προϊστορίας.
|