| Φολέγανδρος της αυτάρκειας |
|
|
|
| Τετάρτη, 26 Αύγουστος 2009 02:00 |
|
Μέχρι τα μέσα του '80 η Φολέγανδρος ανήκε στην άγονη γραμμή. Υστερα μπήκε στα τακτικά δρομολόγια του Πειραιά και άρχισαν να την ανακαλύπτουν Δυτικοευρωπαίοι και ημεδαποί παραθεριστές, όχι απαραιτήτως οπαδοί του μαζικού τουρισμού. Το αγνό καλωσόρισμα των κατοίκων της και το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκαν σε... ατσίδες της κερδοσκοπίας έσωσαν το νησί από τη λαίλαπα της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης. Οι Φολεγανδρινοί δεν παρέδωσαν τις παραλίες τους στους ενοικιαστές ξαπλώστρας και τα μπαράκια της Χώρας, όσο κόσμο κι αν έχουν Ιούλιο-Αύγουστο, κλείνουν στις 3 το πρωί. Όλα ξεκινούν από τη μακραίωνη παράδοση του νησιού στην αυτάρκεια. «Γη όση θωρείς και σπίτι όσο χωρείς» λέει ένα διαδεδομένο ντόπιο ρητό. Και πράγματι, τόσο στις αγροικίες όσο και στα παλιά σπίτια του κάστρου χωράει - δεν χωράει ένα διπλό κρεβάτι. Μοιάζουν με φωλιές από ασβέστη και πέτρα, δροσερές το καλοκαίρι και ζεστές το χειμώνα, τριγυρισμένες από πεζούλες, μάντρες και κληματαριές. Το ίδιο συνέβαινε και στα κτήματα. Κανείς δεν έχτιζε σπίτι ψηλό. Οι άνεμοι ξυρίζουν από Νοέμβριο μέχρι Φεβρουάριο και παλαιότερα υπήρχε και ο φόβος των πειρατών. Η Άνω Μεριά 4,5 χλμ. ΒΔ του Κάστρου, είναι το καλύτερο παράδειγμα «εξωχωρίτικης» χωροταξίας στο νότιο Αιγαίο. Όπου «έξω χώρα» εννοούμε την ύπαιθρο του νησιού, τις εκτάσεις που απλώνονται γύρω και πέρα από την οχυρωμένη πρωτεύουσά του. Όλος αυτός ο οικισμός είναι ένα ζωντανό λαογραφικό μουσείο. Ξερολιθιές, αυτόνομες μικρές κατοικίες, περιβολάκια και καλλιεργημένα πεζούλια, μπακάλικα και ταβερνάκια βγαλμένα από παιδικές αναμνήσεις. «Η γεωγραφική απομόνωση και το άγονο των εδαφών καθόρισαν τις συνθήκες διαβίωσης», μας λέει ο κ. Νίκος Αγάς που προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει στην Άνω Μεριά. Τα παλιά υποστατικά έγιναν μόνιμες κατοικίες μόνο όταν εξέλιπαν οι πειρατικές επιδρομές, δηλαδή από το 19ο αι. και μετά. Ονομάζονται «θεμωνιές» και αποτελούν αυτοδύναμες αγροτικές μονάδες, πλαισιωμένες από βοηθητικούς χώρους, όπως στάβλους, κοτέτσια, αλώνια, φούρνους και λιοτρίβια. Πλεόνασμα βέβαια δεν υπήρχε κατά τη συγκρότησή τους και η οικονομία τους ήταν κλειστή. Είχαν μετρημένες συναλλαγές με τον έξω κόσμο και η ανταλλαγή προϊόντων συχνά αντικαθιστούσε το νόμισμα. Οι Ανωμερίτες κούρευαν τα πρόβατά τους κι έφτιαχναν σκεπάσματα και φανέλες, έπηζαν τυρί κι έβγαζαν το λάδι τους, στηριζόμενοι αποκλειστικά στις δυνάμεις τους. Η παράδοση αυτή, με εξαίρεση τους αργαλειούς, που έχουν πια σταματήσει, συνεχίζεται ως σήμερα. Αν σας ενδιαφέρει κι άλλο η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, επισκεφθείτε το Λαογραφικό Μουσείου της Άνω Μεριάς του πολιτιστικού συλλόγου «Η Φολέγανδρος». Ο τρόπος χτισίματος της οικίας με τις μεγάλες σχιστόπλακες της οροφής που συγκρατούνται από ακατέργαστους κορμούς αγριοκυπάρισσου (juniperus phoenicea), το κελάρι με τα εργαλεία, η κρεβατοκάμαρα με τις λευκές δαντέλες και το πέτρινο πατητήρι αποκαλύπτουν τον τρόπο που τα έφερναν βόλτα οι Φολεγανδρινοί μιας άλλης εποχής. Κάντε επίσης μια στάση στο παλιό μπακάλικο της κυρα-Ειρήνης. Γνήσιο παντοπωλείο του παλιού καιρού, σερβίρει καφέ, ρακί και κάθε μέρα δυο κατσαρόλες σπιτίσιο φαγητό για τους περαστικούς. Λίγο πιο κάτω λειτουργεί το οικιακό παρασκευαστήριο παστελιού της κυρα-Δέσποινας. Πάντως, αν φτάσετε ως εδώ, να προσέχετε στην οδήγηση. Η Άνω Μεριά είναι ένα από τα ελάχιστα χωριά στο Αιγαίο που τα γαϊδουράκια στο δρόμο είναι περισσότερα από τα αυτοκίνητα. Άλλη μια περιοχή με ιδιαίτερη ιστορία είναι το Λιβάδι, στο νοτιότερο άκρο του νησιού. Απέχει 1,5 χλμ. από τον Καραβοστάση, που είναι το μοναδικό λιμάνι της Φολεγάνδρου. Μέχρι το 1936 ο τόπος ήταν άγονος και αφιλόξενος. Ύστερα υποδέχθηκε τις πρώτες φουρνιές πολιτικών εξόριστων της δικτατορίας του Μεταξά, όμως ήταν η συντροφιά του Κλ. Παπαλοΐζου. Οι εκτοπισμένοι για να μη λιμοκτονήσουν άρχισαν να ξεχερσώνουν την περιοχή και να τη σπέρνουν. Ανοίγοντας στην τύχη κάποιους λάκκους, βρήκαν γλυκό νερό σε βάθος 15 μέτρων. Κάποιοι από αυτούς, απόφοιτοι της Γεωπονικής Σχολής, δίδαξαν και τους άλλους και σιγά σιγά ο προφυλαγμένος από τους γύρω λόφους κάμπος, κάρπισε. Οι εθελοντές-καλλιεργητές τα πήγαν τόσο καλά στην αυτοσχέδια φάρμα τους, που σε λίγο άρχισαν να εφοδιάζουν με νωπά οπωροκηπευτικά όχι μόνο τους ντόπιους περίοικους, αλλά και τον υποσταθμό της Χωροφυλακής που τους επιτηρούσε. Από την ανταλλαγή αγαθών απέκτησαν και ζώα. Βόδια για όργωμα και αιγοπρόβατα για το κρέας και το γάλα τους. Έτσι το 1941 που οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί, δεν κατάφεραν να τους ξεχωρίσουν από τους άλλους αγρότες της περιοχής και οι περισσότεροι διέφυγαν. Στα μεταπολεμικά χρόνια το Λιβάδι συνέχισε να αποτελεί τόπο εξορίας, με τελευταίους επώνυμους, εκτοπισμένους ως το 1969, τους Αλευρά και Βερυβάκη. Σήμερα η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα έχει πέσει αρκετά, καθώς η ανομβρία είναι μεγάλο πρόβλημα για το νησί. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη στο Λιβάδι περιποιημένοι μπαξέδες, μποστάνια, κριθαροχώραφα, περιβόλια με εσπεριδοειδή, αμπέλια, καθώς και οργανωμένο κάμπινγκ με αρκετές σκιές κάτω από αρμυρίκια και καλαμωτές. Εμμένουμε στα στοιχεία που υποδηλώνουν την αυτάρκεια του νησιού και επισκεπτόμαστε τον Πετούση, έναν απόμερο οικισμό στην ενδοχώρα του Νότου. Προσεγγίζεται από τον ίδιο αγροτικό δρόμο που κατευθύνεται και στο ελικοδρόμιο, μέσω μιας παράκαμψης από την άσφαλτο που κατεβαίνει από τη Χώρα στον Καραβοστάση, στο ύψος του πρατηρίου καυσίμων. Ξερολιθιές πνιγμένες στο φασκόμηλο και τη ρίγανη, ψηλές μάντρες που προστατεύουν τις λεμονιές από τις αδιάκοπες ριπές του ανέμου, ασπρισμένα ξωκλήσια, του Προφήτη Ηλία, της Ευαγγελίστριας και του Αϊ-Νικόλα, και διάσπαρτα αγροτόσπιτα. Μοναδικός μόνιμος κάτοικος του Πετούση είναι ο μπαρμπα-Γιώργης ο Καρυστινός ή «Ψύλλος». Εκφράζει το παράπονό του που οι νέοι άφησαν τις αγροτικές εργασίες για χάρη του τουρισμού και ανησυχεί για το μονοδιάστατα εξαρτημένο μέλλον τους, που ήδη πλήττεται από την παγκόσμια ύφεση. Δεν το είπε έτσι ακριβώς, αλλά ανήκει σ' εκείνη την παλιά στόφα ανθρώπων που ξέρουν να πατάνε στα πόδια τους. Αρμέγει κάθε πρωί τις κατσίκες του, μα για να παρασκευάσει το φημισμένο σουρωτό τυρί του, περιμένει να πιάσουν για τα καλά οι ζέστες, καθώς το γάλα ξινίζει πιο αποτελεσματικά. Το βράζει αργά στο καζάνι και το απόβραδο το πήζει με πυτιά. Το επόμενο πρωί το στραγγίζει, το τοποθετεί σε καλάθια από ψάθα, το αλατίζει κι αφήνει το χρόνο και το στεγνό αέρα να αποτελειώσουν το έργο του. Επιστρέφουμε στον Καραβοστάση, που σε αντίθεση με άλλα κυκλαδίτικα λιμάνια είναι ένα ασυνήθιστα ήσυχο παραθαλάσσιο χωριό, απλωμένο κατά μήκος του ομώνυμου όρμου. Φυσούσε την ημέρα που διαλέξαμε να επισκεφθούμε τη Χρυσοσπηλιά, το περίφημο σπήλαιο κάτω από το βράχο της Παναγίας, με τις χαραγμένες αφιερώσεις αρχαίων εφήβων στους σταλαγμίτες του. Ένας ευπατρίδης, ο Ευάγγελος, που μαζί με τη Βρετανίδα γυναίκα του Έλεν μετέτρεψαν ένα παλιό «σύρμα» (αρσανά) σε γραφικότατο μπαρ-ουζερί, ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος να μας οδηγήσει ως εκεί με τη μικρή βάρκα του. Η Χώρα είναι μια από τις πιο όμορφες πρωτεύουσες κυκλαδίτικου νησιού. Έπειτα από 8 αιώνες αδιάκοπης κατοίκησης οχυρώθηκε το 1215 με διαταγή του Ενετού δούκα Μάρκου Σανούδου. Η φούρια των ντόπιων ν' αποκτήσουν ένα αποκούμπι και να γλιτώσουν από τη μάστιγα της πειρατείας συγκέντρωσε εντός των τειχών πάνω από 200 οικογένειες, οι οποίες διαμόρφωσαν τις μοναδικές συνθήκες δόμησης που επικράτησαν εδώ. Έχτισαν τα περίφημα μονόσπιτα, που θυμίζουν μοναστηριακά κελιά, με διαστάσεις 9x3. Πρόκειται για πέτρινα, μονόχωρα οικήματα σε σχήμα κύβου. Οι τοίχοι τους ήταν χοντροί, χωρίς πλαϊνά παράθυρα, για να εξασφαλίζουν την άμυνα του κάστρου. Μπείτε από το Παραπόρτι και κατευθυνθείτε στην Κάτω Ρούγα, μια από τις γραφικότερες γωνιές των Κυκλάδων. Η μεγάλη στέρνα συγκέντρωσης ομβρίων υδάτων, οροφή της οποίας είναι η πλατεία που ονομάστηκε Ντούναβη, σκεπάζεται από μεγάλα πλατάνια. Εδώ βρίσκεται από το 1986 το στέκι «του Πόντιου», που σερβίρει ρακόμελα, τρομερά πρωινά κι έναν μακρύ κατάλογο από πιάτα παραδοσιακής κουζίνας. Το μαγαζί διαθέτει επιτραπέζια παιχνίδια, ασύρματο ίντερνετ, δανειστική βιβλιοθήκη και παντός είδους πληροφορία για το νησί. Άλλη μια ανακάλυψη σας περιμένει σ' ένα στενό, στην περιοχή Μνήματα. Είναι το εργαστήρι κεραμικής της Δανέζας σχεδιάστριας Ελίζαμπεθ Σκόου-Γκιούρη. Φλιτζάνια, κούπες, βάζα, τασάκια και άλλα χειροποίητα κεραμικά επηρεασμένα από την αρχιτεκτονική και τα οικιακά σκεύη του νησιού, σε αποχρώσεις από λευκό μέχρι μπλε του κοβαλτίου. Κάτι άλλο που αξίζει στη νυχτερινή κίνηση της Χώρας, πέρα από τα ταβερνάκια της με το πάντρεμα ευρωπαϊκής και αιγαιοπελαγίτικης κουζίνας, είναι τα διόλου φασαριόζικα μπαράκια της. Ούτε ντάμπα-ντούμπα ούτε φώτα εκτυφλωτικά. Χώροι γραφικοί, μικροί, παρεΐστικοι. Κείμενο: Γιώργος Ξεπαπαδάκος |
Τηλεφωνικός Κατάλογος ΟΤΕ (11888) | Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) | Χρυσός Οδηγός | ΕΛΤΑ | Ταχυδρομικοί Κώδικες | Κέντρο Επιχειρηματικής & Τεχνολογικής Ανάπτυξης Νοτίου Αιγαίου (ΚΕΤΑ) | Νοσοκομεία / Εφημερίες (Αθήνα) | Φαρμακεία / Εφημερίες (Αθήνα) | Αστικές Συγκοινωνίες (Αθήνα) | Δρομολόγια από Πειραιά | Δρομολόγια από Ραφήνα | ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ | ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΥΚΛΑΔΩΝ /ΣΧΕΔΙΑ ΣΠΙΤΙΩΝ | ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ | ΚΑΙΡΟΣ (ΕΜΥ) | ΚΑΙΡΟΣ (meteo) | Ελ. Βενιζέλος Αφίξεις - Αναχωρήσεις