|
Δεν είναι και λίγα τα μνημεία και τα ευρήματα, από τους αρχαίους και τους κατοπινούς χρόνους, που φανέρωσε η γη της Αμοργού και μαρτυρούν τη μακρά πορεία των ανθρώπων πάνω σ' αυτό το μοναδικό νησί.
Το κύρος τους φυσικά και δεν αμφισβητείται, αλλά ανάμεσά τους πρέπει να αναγνωριστεί και το έργο που δημιούργησε πριν από έναν αιώνα και είναι εκτεθειμένο στους πέτρινους τοίχους του Ασφοντυλίτη, ο ανάπηρος Μιχάλης Ρούσσος.
Ο Ασφοντυλίτης της Αμοργού είναι ο μόνος παραδοσιακός αγροτικός οικισμός σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων που έχει ακόμη και σχεδόν ακέραια όλα εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία, τα οποία με την εύγλωττη σιωπή τους μαρτυρούν την αδιάκοπη κατοίκησή του από την αρχή της ιστορίας. Θεμελιωμένος πριν από αμέτρητα χρόνια στο μικρό υψίπεδο της πλαγιάς, που ξεκινά από την κορυφή Βορεινά και καλείται Απόλακα, έχει την πλάτη του στο Βοριά και αγναντεύει το δυτικό πέλαγος. Ο επισκέπτης του, όταν κατεβαίνει το μονοπάτι από τον ερημωμένο Αγριλα ή την Οξω Μεριά, τον βλέπει ως ένα συμπαγή με το πετρώδες περιβάλλον οχυρωματικό οικισμό με πολλά χαμηλά, πέτρινα κτίσματα στο εσωτερικό του, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με στενούς, άτακτους δρόμους. Οι τοίχοι που χωρίζουν μεταξύ τους τα εγκαταλειμμένα αγροτικά νοικοκυριά είναι φαρδείς και αρκετά ψηλοί και το μόνο φυτό που ευδοκιμεί μέσα σε αυτό το κατάστεγνο, γκρίζο τοπίο με τις πέτρες είναι οι στεγνές, αποσκελετωμένες φραγκοσυκιές, η ηλικία των οποίων, επίσης, δεν μπορεί να υπολογιστεί.
Εκείνο, όμως, που κυρίως χαρακτηρίζει αυτόν τον παλιό οικισμό της Αμοργού, είναι οι μεγάλες, ακατέργαστες, ως επί το πλείστον, πέτρες με τις οποίες είναι χτισμένα τα σπίτια και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις. Οι πέτρες είναι βέβαια το μόνο υλικό που σε αφθονία υπάρχει στον τόπο και αυτές χρησιμοποίησαν οι πρώτοι άνθρωποι για να χτίσουν τα σπίτια τους και, ως φαίνεται, πολλές φορές μέσα στους αιώνες επιστρατεύτηκαν γι' αυτόν το σκοπό. Το γεγονός ότι κάτω από τον οικισμό υπάρχει μια σειρά από πηγάδια, από τα οποία αναβλύζει νερό όλο το χρόνο, βεβαιώνει την άποψη ότι οι άνθρωποι κατοίκησαν εκεί από την αυγή της ιστορίας. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής αποδεικνύουν πως στη θέση που βρίσκεται ο Ασφοντυλίτης άνθησε κάποτε μια πρωτοκυκλαδική εγκατάσταση ανθρώπων.
Στην πέτρα οφείλεται το γεγονός ότι ο Ασφοντυλίτης παραμένει άθικτος από το χρόνο, καθώς ελάχιστες είναι οι ζημιές που παρουσιάζει, κι αυτές διακρίνονται μόνο στις στέγες, ενώ στο εσωτερικό των σπιτιών έχουν πέσει οι χοντροί σοβάδες. Στο εξωτερικό τους οι τοίχοι δεν πρέπει ποτέ να είχαν σοβαντιστεί ή ασβεστωθεί, πράγμα που μαρτυρά πως η μανία του λευκού είναι μια μεταγενέστερη έκφραση της αισθητικής στο νησί. Μέσα στα σπίτια σώζονται επίσης οι φούρνοι, ενώ σε πολλά δωμάτια, τα οποία, σημειωτέον, δεν διαθέτουν παρά ελάχιστα, μικρά παράθυρα, φαίνονται τα χτιστά πέτρινα κρεβάτια και οι λίθινοι πάγκοι που κάθονταν οι άνθρωποι. Ολες οι στέγες είναι κατασκευασμένες με αλλεπάλληλα στρώματα γαλάζιας λάσπης και ξηρών φυκιών, που στηρίζονται σε χοντρά ξύλα από φίδες, ένα κυπαρισσόδεντρο που σχεδόν έχει εξαφανιστεί, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, όχι μόνο από την Αμοργό αλλά από τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου.
Δίπλα από κάθε σπίτι υπάρχουν πολλά μικρότερα, το ίδιο ανθεκτικά, κτίσματα, που προορίζονταν για τα ζώα, κυρίως για τα γαϊδούρια και τα βόδια -τα αιγοπρόβατα είτε ήταν ελεύθερα ή μαντρίζονταν σε αγροικίες μακριά από τον οικισμό. Ξεχωριστή θέση είχαν επίσης δίπλα από τα σπίτια και πολλές κατασκευές που προορίζονταν για την αποθήκευση των λιγοστών αγροτικών προϊόντων που παρήγαν τα πετρώδη και άγονα χωράφια του Ασφοντυλίτη. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι πουθενά δεν υπάρχει καμιά στέρνα για τη συλλογή νερού και μάλλον οφείλεται στην ύπαρξη των πολλών πηγαδιών στον πάτο του οικισμού. Το πυκνό και λαβυρινθώδες οικιστικό συγκρότημα διακόπτουν άδεια, φαρδιά μονοπάτια, που εξυπηρετούσαν την επικοινωνία των νοικοκυριών και οδηγούν έξω από τον οικισμό, στις εξοχές και τα αλώνια, τα οποία βρίσκονται σε μέρη που φυσάει κατάλληλα ο αέρας.
Το μόνο οικοδόμημα του Ασφοντυλίτη που ξεχώριζε -πριν κάποιος κάτοικος σοβαντίσει ένα από τα παλιά σπίτια και ταράξει έτσι το παραδοσιακό σύνολο- ήταν η δίστεγη εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Και αυτό το κτίσμα, το οποίο διέθετε μια λεπτή αισθητική, δυστυχώς υπέστη πριν από λίγα χρόνια κάποιες «βελτιώσεις», οι οποίες αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία του. Το ίδιο συμβαίνει και με το δρόμο, ο οποίος ανοίχτηκε από την κεντρική αρτηρία της Αμοργού προς τον οικισμό και όπως είναι φυσικό προσέβαλε ανεπανόρθωτα το τελευταίο απόλυτο, ακέραιο κυκλαδικό τοπίο.
Πάνω από τον οικισμό, ώς την κορυφή του βουνού, στην πετρώδη πλαγιά απλώνονται τα βοσκοτόπια του Ασφοντυλίτη, διαχωρισμένα με μεγάλους τοίχους, ενώ κάτω από το δρόμο, στην περιοχή που καλείται Μινόρια, βρίσκονται τα χωράφια, μερικά από τα οποία δείχνουν ότι καλλιεργούνταν πριν από μερικά χρόνια. Εκεί βρίσκονται και τα περισσότερα δέντρα, κυρίως συκιές και αμπέλια, τα οποία χωρίς καμιά φροντίδα πλέον κοντεύουν να ξεραθούν. Σ' αυτό το σημείο, λένε κάποιοι παλιοί, ήταν κάποτε ένας μικρός παράδεισος από την πρασινάδα και τα καρποφόρα δέντρα. Από εκεί και κάτω μέχρι τη θάλασσα, στην πλαγιά που καλείται Χάλαρα, διακρίνονται πολλά παρατημένα χωράφια, όπου καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι και φάβα και τα οποία είναι διαχωρισμένα με ψηλούς τοίχους, πολλές αγροικίες και αρκετά αλώνια. Απέναντι ακριβώς από τον Ασφοντυλίτη, στην ήμερη κορυφή Ρίζα και στη θέση Πλακόγουρνες, πάνω από τη λαγκάδα Αρνότσουλος διακρίνονται τα ερείπια αρχαίου οχυρωματικού πύργου, ενώ άλλος ένας υπάρχει πάνω από τον οικισμό, στη θέση Ξηροκάμπι, της Οξω Μεριάς. Σημειώνεται ότι εξαιτίας του βουνού που έχει στην πλάτη του ο Ασφοντυλίτης και εμποδίζει τους βοριάδες, δεν έχει κανέναν ανεμόμυλο.
Σε αυτόν τον οικισμό-φάντασμα της δυτικής Αμοργού τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν κινείται κανένας άνθρωπος. Ο μόνος που πηγαίνει εκεί να φροντίσει τα γουρούνια, που έχει κλεισμένα σε ένα παρατημένο σπίτι, είναι ο ηλικιωμένος Νικόλας Θηραίος από τον Ποταμό. Αυτός παίρνει νερό σε πλαστικά δοχεία και το μεταφέρει στα ζωντανά, τα οποία καταλαβαίνει κανείς ότι υπάρχουν πίσω από κάποιο τοίχο από την έντονη μυρωδιά τους. Τίποτε άλλο δεν δηλώνει την παρουσία του εκεί. Ετσι ο περαστικός από τον Ασφοντυλίτη, όταν θα διακρίνει δίπλα από το μονοπάτι μια σειρά από βραχογραφήματα, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει κάποιον να ρωτήσει τι είναι αυτά. Στο χωριό Ποταμός μόνο μπορεί να μάθει πως αυτές τις φιγούρες, που είναι σκαλισμένες στην πέτρα, τις έκανε κάποιος Μιχάλης Ρούσσος, που έζησε το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και ήταν ανάπηρος. Εκείνον τον άνθρωπο -λένε οι παλιοί- οι οικείοι του, όταν είχαν δουλειές, τον πήγαιναν και τον ακουμπούσαν σε κάποιο σημείο του οικισμού και αυτός, για να περνάει η ώρα του, σκάλιζε με ένα σφυρί και ένα καλέμι τις πέτρες που έφτανε, συνήθως από το καρεκλάκι του.
Ποιος του δίδαξε αυτή την τέχνη, είναι άγνωστο. Πιθανόν στις ατελείωτες ώρες της πλήξης του να πήρε κάποια στιγμή τα εργαλεία και ν' άρχισε να κεντάει τις πέτρες των τοίχων γύρω και μέσα από τον οικισμό. Αν είχε κάποιο δάσκαλο, σίγουρα θα το καταλαβαίναμε από ένα έστω έργο του, αλλά όλες οι βραχογραφίες στον Ασφοντυλίτη είναι του Ρούσσου. Καμιά δεν ξεφεύγει από τη δική του τεχνοτροπία, θα έλεγε ένας ειδικός στην τέχνη. Ολες οι ζωγραφιές έγιναν από έναν άνθρωπο και, όπως δηλώνουν κάποιες ημερομηνίες, έγιναν σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Ο Ρούσσος, όπως διακρίνουμε από τις βραχογραφίες, πρέπει να άρχισε να κεντάει τις πέτρες μερικά χρόνια πριν από το 1900, το 1897 την πρώτη, και σταμάτησε το 1943, πιθανόν χρονιά του θανάτου του. Οι πιο πυκνές χρονολογίες αφορούν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας 1910-1920, ενώ απουσιάζουν εντελώς χρονολογίες μέχρι το 1940. Κανένας δεν γνωρίζει γιατί διάλεγε να κεντήσει αυτά τα χρόνια, μια περίπτωση, όμως, είναι να τα έχει σημειώσει, λόγω των πολέμων τους οποίους μάθαινε από διηγήσεις γειτόνων του που είχαν πολεμήσει ή λόγω της απουσίας τους. Πάντως, ο καλλιτέχνης πρέπει να ήταν ενήμερος για κάποια γεγονότα, τα οποία μπορεί μεν να συνέβαιναν μακριά από τον τόπο του, αλλά επηρέαζαν κι αυτόν.
Και κανείς να μην έβγαινε έξω από τα όρια του Ασφοντυλίτη, καθώς ο οικισμός ήταν ακριβώς πάνω στη Μεγάλη Στράτα, από την οποία περνούσαν υποχρεωτικά όλοι όσοι πήγαιναν από την Αιγιάλη στη Χώρα και τανάπαλιν, όλο και κάποιος θα μετέφερε ειδήσεις και πληροφορίες, των οποίων κοινωνός θα ήταν βεβαίως και ο Ρούσσος.
Καθώς, μάλιστα, ήταν μόνιμα καθηλωμένος στο καρεκλάκι του, ήταν και ο άνθρωπος που όλοι οι περαστικοί χαιρετούσαν και, καθώς κάθονταν να πάρουν μιαν ανάσα πριν πάρουν το μεγάλο ανήφορο, συνομιλούσαν μαζί του και αντάλλασσαν πληροφορίες ή του άφηναν παραγγελίες για τους άλλους.
Καθώς σε όλο τον οικισμό δεν διακρίνονται έργα κανενός άλλου ή κάτι σχετικό, ούτε κάποια άλλη τεχνική πάνω στις πέτρες, πρέπει να συμπεράνουμε πως ο Ρούσσος ήταν αυτοδίδακτος. Καθ' ότι ανάπηρος, αποκλείεται να πήγε σχολείο σε κάποιο χωριό. Ηξερε, όμως, γράμματα και, όπως διαπιστώνουμε, γνώριζε ακόμη και τους τόνους και τα πνεύματα μιας μικρογράμματης γραφής. Κάποιος θα πρέπει να τον έμαθε να γράφει και ίσως έγραφε και στο χαρτί ή την πινακίδα!
Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος κέντησε πάνω στις πέτρες του Ασφοντυλίτη πάνω από 200 έργα, τα οποία μπορεί κάθε επισκέπτης του οικισμού να δει αν ψάξει προσεκτικά όλο τον οικισμό. Στα έργα απεικονίζονται κυρίως σκηνές από πανηγύρια με μουσικούς και χορευτές, φιγούρες γυναικών και ονόματα ανθρώπων.
Σημαντικό ρόλο στη ζωή του Μιχάλη Ρούσσου φαίνεται πως έπαιζαν οι γυναίκες και κεντούσε τα ονόματά τους στην πέτρα. Η Ανθούλα ήταν κάποια που της είχε, φαίνεται, ιδιαίτερη αδυναμία και ονοματίζει μάλιστα τη φιγούρα της. Το ίδιο κάνει και με τη Δαφνούλα. Η Σοφία, όμως, η Γεωργία και η Μαρίνα δεν έχουν φιγούρες, μόνο τα ονόματά τους ξέρουμε... Μήπως μπορούμε, όμως, να καταλάβουμε ποιες ήταν οι άλλες; Κανένας πλέον από τον Ποταμό ή τα άλλα χωριά της Αιγιάλης, όσο και αν σκάψει στη μνήμη του, δεν μπορεί να ταυτοποιήσει τα ονόματα με κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τόσα πολλά ονόματα σημαίνει πως εκείνος ο άνθρωπος είχε μια οικειότητα με όλες τις γυναίκες του Ασφοντυλίτη και το κέντημα των ονομάτων τους στις πέτρες των τοίχων δεν δημιουργούσε παρεξηγήσεις στον οικισμό.
Σημασία έχει, όμως, η απουσία των ανδρικών ονομάτων, καθώς πουθενά, σε καμιά πέτρα, δεν υπάρχει παρά μόνο ένα ανδρικό όνομα, «Δημήτριος» - θαρρείς πως ο Ρούσσος έζησε σε μια κοινωνία γυναικών.
Οι μουσικοί ήταν το άλλο μεγάλο κεφάλαιο της τέχνης του. Ο Ρούσσος σκάλισε πολλές ανδρικές φιγούρες που φορούν καπέλο, κρατούν στο ένα χέρι τους βιολί και στο άλλο ένα αντικείμενο που μοιάζει με ντέφι, αλλά αποκλείεται να είναι κάτι τέτοιο, καθώς στην Αμοργό δεν συνηθιζόταν αυτό το όργανο. Πιθανόν να είναι ένα φλασκί με κρασί, ίσως και τσαμπούνα. Σε μια βραχογραφία, μάλιστα, διακρίνεται πολύ καθαρά μια φιγούρα δίπλα σε έναν μουσικό να κρατάει ένα λαγήνι με δύο χερούλια.
Δίπλα στις φιγούρες με τους μουσικούς πολλές φορές βάζει ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι χέρι να χορεύει, ή σκαλίζει με ιδιαίτερη άνεση εκφραστικές φιγούρες πολλών ανθρώπων σαν να πηγαίνουν παρέα σε γιορτή ή πανηγύρι. Το γεγονός μάς οδηγεί να συμπεράνουμε πως στον οικισμό υπήρχε τουλάχιστον ένας βιολιστής και αυτός πρέπει να διασκέδαζε τακτικά τους γείτονές του, ίσως και τους περαστικούς.
Πάντως, τον καλλιτέχνη δεν τον ενδιέφερε καθόλου η επιφάνεια της πέτρας· όποια εύρισκε μπροστά του ή εκεί που τον άφηναν, έπιανε το καλέμι και σκάλιζε.
Απορίες δημιουργούν κάποια σκαλίσματα που έγιναν στα υπέρθυρα πολλών σπιτιών. Πώς έφτανε τόσο ψηλά αυτός ο άνθρωπος; Τον σήκωναν ή του έφτιαχναν πατάρι; Το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την περίπτωση να κεντούσε το μεγάλο λιθάρι πριν αυτό τοποθετηθεί πάνω από την πόρτα. Ετσι ίσως μπορούμε να μάθουμε την ημερομηνία κατασκευής κάποιων σπιτιών, αλλά η μεγάλη απόσταση μεταξύ των χρονολογιών πάλι θα μας μπερδέψει. Σε κάποια υπέρθυρα ο Ρούσσος σκαλίζει τα αρχικά των ενοίκων του σπιτιού. Πού το έμαθε αυτό, είναι άγνωστο. Αγνωστος είναι και ο λόγος που το έχει κάνει μόνο σε ορισμένα σπίτια, πολύ λίγα σε σχέση με το σύνολο του οικισμού. Σε ένα υπέρθυρο διακρίνουμε δίπλα σε ένα σταυρό τα αρχικά Δ.Ν.Ρ. και Ν.Ν.Ρ., που πρέπει να αφορούν μάλλον το πατρικό του ή κάποιον άλλον της οικογένειας Ρούσσου. Σε άλλο πάλι, διακρίνουμε τις λέξεις «κρασί», «γάλα», «μέλι», οι οποίες δηλώνουν πως σε εκείνο το κτίσμα έβαζαν το κρασί, το γάλα και το μέλι. Το γιατί, όμως, έπρεπε να βάλει στο υπέρθυρο αυτές τις λέξεις, πράγμα το οποίο δεν απαντά σε κανένα άλλο οίκημα στην Αμοργό ή στις υπόλοιπες Κυκλάδες, είναι παράξενο. Το σκέφτηκε ο ίδιος ή άλλος του περιέγραψε κάποιο κατάστημα που διέθετε αυτά τα είδη;
Βλέποντας τα βραχογραφήματα του Ρούσσου, εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι αυτός ο άνθρωπος κέντησε στις πέτρες σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων του Ασφοντυλίτη. Από τις βραχογραφίες του Ρούσσου δεν λείπουν και τα ζώα, σε δυο-τρία βραχογραφήματα βλέπουμε κάποιον άνθρωπο να σέρνει με σχοινί ένα κατσίκι και αλλού μια μισοσβησμένη σκηνή που δείχνει ένα όργωμα. Εκείνο που απουσιάζει, όμως, εντελώς από τα έργα του, είναι τα δέντρα και τα λουλούδια.
Οποιος θελήσει να επισκεφθεί τον Ασφοντυλίτη και να δει από κοντά τα έργα του Ρούσσου, είναι καλύτερα να το κάνει από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, γιατί, όσο και αν φαίνεται παράξενο, τους υπόλοιπους μήνες τα χόρτα κρύβουν όλα τα έργα. Τα περισσότερα, βέβαια, διακρίνονται δίπλα στο μονοπάτι, αλλά υπάρχουν και άλλα διάσπαρτα μέσα στον οικισμό. Ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει στον οικισμό, να μπει στα ερειπωμένα σπίτια και τις καλύβες, αλλά μάλλον θα χάσει το χρόνο του, γιατί εκεί μέσα δεν υπάρχει καμιά βραχογραφία. Αντιθέτως, θα δει από κοντά τη φθορά που επιτελούν ο χρόνος και η αδιαφορία.
Τελικά, σ' αυτόν τον αρχαίο τόπο, που οι αιώνες άφησαν ανυπόγραφα τα σημάδια τους, ο μόνος που μπορεί να μνημονεύεται είναι ο Μιχάλης Ρούσσος και το σκοπό τούτο είχε αυτό το αφιέρωμα. Και κάτι ακόμη: να γίνει επιτέλους κάτι, να βρεθεί κάποιος και να πάρει μια πρωτοβουλία για την ανακήρυξη του Ασφοντυλίτη ως τόπου ιδιαίτερου φυσικού και βεβαίως ιστορικού κάλλους ώστε άμεσα να προστατευτεί και να συντηρηθεί, γιατί πράγματι αξίζει, ένα από τα τελευταία άθικτα κυκλαδικά τοπία.
Κείμενο: Ηλίας Γ. Προβόπουλος - φωτ: Μικρές Πατρίδες
|