«Στο μητρικό σπίτι στη Μύκονο συλλαμβάνω μέσα μου τον αντιρρησία ζωής να διαπιστώνει πως το τειχάκι απέναντι στο μόλο προβάλλει απτά επιχειρήματα αδυναμίας ν' αναχαιτίσει τα φουρτουνιασμένα νερά. Και τώρα που ο δήμος το υπερυψώνει, τώρα που προστατεύομαι κι εγώ από το αντιμάμαλο στην απογευματινή μου βόλτα εκεί πέρα, σκέφτομαι τα στοιχήματα που έβαζα παιδί: να φτάσω εξάπαντος στην άκρη του μόλου, στο Φανάρι.
Ετσι τελειώνω, εδώ, στη δική μου Μύκονο. Ιδιαίτερα προσεκτικός, χιλιόμετρα μακριά από τα φαινόμενα και την ευπιστία». Ο Γιώργος Βέλτσος επανέρχεται στο προσκήνιο με δύο βιβλία και μιλάει χωρίς φόβο, αλλά με πάθος, για την κρίση, το σύστημα και τον θεατρικό χώρο.
Τον συναντούμε το χειμώνα στις θεατρικές αίθουσες αλλά και το καλοκαίρι στις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι συνήθως μόνος και αδημονών γι' αυτό που πρόκειται να παρακολουθήσει. Κάποιες φορές μάλιστα εκφράζει σιωπηρά τη δυσαρέσκειά του αποχωρώντας καταμεσής της παράστασης. Ο Γιώργος Βέλτσος δεν βλέπει μόνο θέατρο. Γράφει κιόλας, πέρα από ποίηση. Και τώρα έρχεται δριμύς με δύο έργα, «βελτσικά», δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς... Το πρώτο είναι ένας θεατρικός μονόλογος με τίτλο «Ρημάζει» (εκδόσεις Καστανιώτη-Διάττων), κείμενο συγγενές του μπεκετικού «Νο time», αλλά και τον «Θάλαμο» (εκδόσεις Αγρα), το οποίο ο Γιώργος Κουμεντάκης, ενθουσιασμένος από την πρώτη κιόλας ανάγνωσή του, θα ανεβάσει ως όπερα.
 Στριμώξαμε τον Γιώργο Βέλτσο μεταξύ Μυκόνου (απ' όπου κατάγεται) και Αθήνας. Μας αντιπρότεινε «να γράψει κάτι». Το αρνηθήκαμε, γιατί φοβηθήκαμε το χούι του: να γίνεται, αγνοώντας μερικές φορές το κοινό στο οποίο απευθύνεται, «δυσνόητος» έως παρεξηγήσεως... Με αυτό το θέμα άρχισε η κουβέντα μας.
«Αντίθετα, θεωρώ ότι η υπεραπλούστευση μπορεί να προσβάλλει το κοινό. Το "καταλαβαίνω" απαιτεί κι ένα μικρό, προσωπικό μόχθο από τον άλλον. Σας απαντώ ό,τι και στους φοιτητές μου: το ρήμα καταλαβαίνω σημαίνει "κατά τα άλλα βαίνω". Δηλώνει δηλαδή ένα βηματισμό της γνώσης. Κι όπως λέει ο Αρανίτσης, στο δικό σας ένθετο, ο περίπατος, το βάδισμα, είναι μια μορφή ανάγνωσης»...
- Διδάσκετε, αρθρογραφείτε, γράφετε ποίηση και θέατρο, παρακολουθείτε την πολιτικοκοινωνική επικαιρότητα. Τι σκέφτεστε για όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, από τα οικονομικά σκάνδαλα και την κρίση μέχρι τις τρομοκρατικές επιθέσεις;
«Ολοι στοιχιζόμαστε στην ατέρμονη γραμμή των τυφλών. Αν δεχτούμε ότι η αλήθεια του ανθρώπου είναι η επιθυμία, στην Ελλάδα οι επιθυμίες -και οι αλήθειες- ταξιθετούνται σε μια αλυσίδα που μοιάζει με την πομπή των τυφλών στον πίνακα του Μπρέγκελ: κάθε μία πιάνεται από το χέρι της άλλης αλλά καμία δεν ξέρει πού πάνε όλες μαζί. Αυτό σημαίνει πώς πάντα κάποιος επιθυμεί και αληθολογεί στη θέση μας. Κι αυτός είναι ο πρώτος μονόφθαλμος της πομπής... Οσοι τον ακολουθούν επαφίενται σαν σε τυφλοσούρτη. Εξιδανικεύουμε, απωθούμε, αυτολογοκρινόμαστε ακολουθώντας τον "τρόπο" που χρησιμοποιεί ο πρώτος. Αρα δεν επιθυμούμε αλλά φοβόμαστε όπως ακριβώς οι τυφλοί: δεν ξέρουμε πού να πατήσουμε, ποιον να πατήσουμε ή ποιος θα μας πατήσει. Ακόμα και οι λεγόμενοι ταγοί -κυρίως οι ταγοί- ακολουθούν το σύστημα αλλά αυτοί με το αζημίωτο».
- Εννοείτε ότι έχουν κοινωνικά και οικονομικά οφέλη;
«Φυσικά. Και να μου επιτρέψετε να μη συμπεριλάβω τον εαυτό μου σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν έβγαλα λεφτά από το σύστημα. Δεν εισέπραξα δικαιώματα, δεν έκανα μπεστ σέλερ, δεν βραβεύτηκα με τις πέντε χιλιάδες ευρώ του υπουργείου Πολιτισμού, δεν επιχορηγήθηκα. Υπάρχει, λοιπόν, το πολιτιστικό υποσύστημα που νομιμοποιείται από το σύστημα και βρίσκεται πάντα σε διαπλοκή με άλλα υποσυστήματα όπως, π.χ. τα ΜΜΕ. Τις λαμογιές που καταμαρτυρούμε στην οικονομία πρέπει να τις προσάψουμε και στην πολιτική διαχείριση της κουλτούρας. Ολοι φταίμε, αφού είμαστε δομικά μέρη αυτού του συστήματος και, το ξέρουμε, το σύστημα είναι πάντα ισχυρότερο από τα μέρη που το αποτελούν». «Αμφιβάλλω αν θα τα καταφέρουμε»
- Μήπως αποδίδετε μια... μεταφυσική διάσταση στο «σύστημα»;
«Προφανώς. Οχι μόνο γιατί έχει παγκοσμιοποιηθεί αλλά κι επειδή ο πυρήνας του συνιστά μια μεταφυσική αυταπάτη. Η φαντασίωση του καθενός (ακριβά αυτοκίνητα, πιστωτικές κάρτες, σκάφη) προσδίδει στο σύστημα την αδιαμφισβήτητη παντοδυναμία του».
- Πιστεύετε ότι θα ξεπεράσουμε κάποτε τη σημερινή κρίση;
«Θα μπορούσε αυτή η καταστροφή να σημάνει την απαρχή μιας νέας κατάστασης, αλλά προσωπικά αμφιβάλλω σφόδρα. Η γονιδιακή ιδιαιτερότητα του Ελληνα δεν θα το επιτρέψει... Μια ιδιαιτερότητα -θα το πω ποιητικά- που αφορά στην ελληνική γλώσσα και τον ήλιο... Γι' αυτό μειδιούσα όταν έβλεπα τον Γερουλάνο στην τηλεόραση ν' αντιστρέφει το μύθο του Ζορμπά λέγοντας ότι μπορεί να μας ωφέλησε αλλά συγχρόνως μας έβλαψε, γιατί γίναμε αυτό που μας κατηγορούν οι Ευρωπαίοι: Ζορμπάδες... Μου φαίνεται λοιπόν ότι ο υπουργός Πολιτισμού, αυτό το εξαιρετικό παιδί με σπουδές στο Χάρβαρντ, είναι ο Αλαν Μπέιτς στην περίφημη σκηνή της ταινίας του Κακογιάννη, τότε που ο Αντονι Κουίν προσπαθεί να τον μάθει συρτάκι...»
- Ποιον θα βλέπατε ως υπουργό Πολιτισμού;
«Τον Ζορμπά... Αφού δεν έχουμε πια δικαίωμα στη ζωή παρά μόνον μέσω της παρωδίας του πολιτικού και του πολιτιστικού γίγνεσθαι, τι περιμένετε να πω;»
- Με τον Κώστα Σημίτη είχατε στενή φιλία. Σήμερα προτείνουν την κλήτευσή του στην εξεταστική επιτροπή για το σκάνδαλο της Siemens.
«Ο Σημίτης είχε ένα σκοπό: να βάλει, επί της ουσίας, την Ελλάδα στην Ευρώπη. Ομως, παρέβλεψε σε σημαντικό βαθμό το πώς θα μπει η Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα... Και υπήρχε τρόπος, στοιχεία ελληνικά ν' αποκτήσουν μέσα στη χώρα υπόσταση ευρωπαϊκής εμβέλειας. Προσηλώθηκε στον ευρωπαϊκό σκοπό και παραγκώνισε άλλα θέματα. Ετσι δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιοι και γιατί τον περιτριγύριζαν. Ασφαλώς και δεν γνώριζε τις "χορηγίες" προς τον Μαντέλη. Τώρα έχει κλειστεί ακόμα περισσότερο. Ζει στο κτήμα του στην Κυλλήνη, ασχολείται με τα κηπουρικά και σίγουρα είναι πικραμένος. Μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι απ' αυτήν την απόσταση και διά της σιωπής επιχειρεί ένα είδος αυτοκριτικής. Οι παρεμβάσεις του, όποτε τις κάνει, είναι πάντα εύστοχες. Αλλωστε αυτός δεν είχε προβλέψει από του βήματος της Βουλής το 2008 την επερχόμενη χρεοκοπία;»
|